Πρόσφατα Νέα

Σάββατο, 7 Μαΐου 2011

«Ού ποιείτε, όσα ού δύνανται ποιήσωσιν υμίν οι πολίτες»

Η «εντολή» της ασυλίας και η βουλή της «αλητείας»….

Απώλεσαν και ελάχιστον, όν είχον νούν….

Μετά τον ….άκη που-δικαίως ή αδίκως-«στόλισε» άλλον βουλευτή, η ιστορία συνεχίζεται αυτή τη φορά με αποδέκτη πρόσωπο εκτός ασυλίας…. Όταν πεις κάποιον δημόσια τζιτζιφιόγκο έχει την δυνατότητα να σε μηνύσει για εξύβριση.

Εδώ όμως ο αποδέκτης δεν μπορεί να βρει το δίκιο του, σε αντίθεση με τον εκστομήσαντα (δικαίως ή αδίκως) ο οποίος έχει το δικαίωμα (και μάλιστα αυξημένο, είναι εκπρόσωπος του λαού, σου λέει) να σε τυλίξει σε μια κόλα χαρτί, σε περίπτωση αυτεπίστροφου.

Όμως μάγκες μην τσιμπάτε, ο τζιτζιφιόγκος είναι μάλλον «αποπροσανατολιστής», αφού όλοι, μα όλοι οι εντεταλμένοι στα ΜΜΕ, εκτροχιάσθηκαν και ασχολούνταν με το τζιτζιμήτσο.

ΣΗΜΑΣΙΑ-ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ

cici-fiocco

….(παρωχημένο) μειωτικός χαρακτηρισμός άντρα, συνήθως νεαρής ηλικίας, που ντύνεται και συμπεριφέρεται με υπερβολική κομψότητα και παριστάνει τον γόη· λιμοκοντόρος, δανδής, κομψευόμενος, φλώρος

Ποιος είναι αυτός ο τζιτζιφιόγκος;

Άδειασέ μας τη γωνιά ρε τζιτζιφιόγκε!

τζιτζί < τουρκική cici (όμορφο) φιόγκος < ιταλική fiocco φιόγκος αρσενικό 1. τρόπος δεσίματος κορδέλλας, σπάγκου, κορδονιού κ.λπ. με διπλή θηλιά κι εύκολο λύσιμο, σε σχήμα πεταλούδας 2. (συνεκδοχικά) κορδέλλα, σπάγκος, κορδόνι κ.λπ. δεμένο με διπλή θηλιά σε σχήμα πεταλούδας 3. (συνεκδοχικά) το παπιγιόν 4. (μεταφορικά) κομψευόμενος μαλθακός νεαρός με λεπτεπίλεπτη συμπεριφορά Συγγενικές λέξεις φιογκάκι τζιτζιφιόγκος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου